a.readmore { /* CSS properties go here */ }

Επώνυμες μάρκες εώς -80%

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Παροιμιώδεις εκφράσεις και η ερμηνία τους Α' μέρος

Οι παροιμίες και οι φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά, έχουν μια μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία πίσω τους. Ας δούμε λοιπόν την ιστορία μερικών από αυτές.

Κροκοδείλια δάκρυα 


Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται πίσω από κανένα βράχο ή δέντρο κι αρχίζει να βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Συγχρόνως -ίσως από την προσπάθεια που βάζει για να... κλάψει- τρέχουν από τα μάτια του άφθονα και χοντρά δάκρυα. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κανένα παιδάκι που χάθηκε και τρέχουν να το βοηθήσουν... Ο κροκόδειλος επιτίθεται τότε, ξαφνικά και κάνει τη δουλειά του. Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος. Οι Φοίνικες, όμως, έμποροι, που έφταναν στα λιμάνια της Κορίνθου και του Πειραιά, μιλούσαν συχνά για τα διάφορα εξωτικά ζώα, τα πουλιά και τα ερπετά της πατρίδας τους, που άφηναν κατάπληκτους τους ανίδεους Έλληνες και τους γέμιζαν με τρόμο και θαυμασμό. Φαίνεται ωστόσο, ότι ο κροκόδειλος τους έκανε περισσότερη εντύπωση, κυρίως με το ψευτοκλάμα του, αφού ένας νεαρός ποιητής, ο Φερεκίδης, έγραψε κάποτε το παρακάτω επίγραμμα: «Εάν η γη ήθελε να συλλάβει εκ των δακρύων της γυναικός, εκάστη ρανίς των θα εγέννα κροκόδειλον». Παρόλο, λοιπόν, που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι' αυτούς που ψευτοκλαίνε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

Μυρίζω τα νύχια μου 


Η φράση προέρχεται από την αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σ' ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο, τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν καθώς τα έφερναν κατόπιν κοντά στη μύτη τους και μ' αυτό τον τρόπο έπεφταν σ' ένα είδος καταληψίας κατά την οποία προμάντευαν τα μελλούμενα.

Σε τρώει η μύτη σου, ξύλο θα φας


Έκφραση παροιμιακή, που ξεκινάει από πρόληψη & δεισιδαιμονία. Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο «κνησμός», η φαγούρα, δηλαδή, του σώματος, ήταν προειδοποίηση των θεών. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε σε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή του παλάμη, θα έπαιρνε δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. «Με τρώει το χέρι μου θα πάρω λεφτά», συνηθίζουμε να λέμε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθανόταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αφτιά και στη μύτη. Κάποτε ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αφτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω και διάλυσε το συμβούλιο.
                Θα έχουμε αποτυχία οπωσδήποτε. Οι θεοί προειδοποίησαν τον Αρίσταρχο. Ας αναβάλουμε για αργότερα την εκστρατεία.

 Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακόμη ότι τα παιδιά που αισθάνονταν φαγούρα στη μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι, όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε η φράση : «η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας».

Πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του


Οι φόροι πριν από το 19ο αιώνα ήταν τόσοι πολλοί στην Ελλάδα, ώστε όσοι δεν είχαν να πληρώσουν, έβγαιναν στο βουνό. Για τη φοβερή αυτή φορολογία, ο ιστορικός Χριστόφορος Άγγελος, γράφει τα εξής χαρακτηριστικά: «Οι επιβληθέντες φόροι ήσαν αναρίθμητοι, αλλά καί άνισοι. Εκτός της δέκατης, του εγγείου και της διακατοχής των ιδιοκτησιών, έκαστη οικογένεια κατέβαλε χωριστά φόρον καπνού (εστίας), δασμόν γάμου, δούλου και δούλης καταλυμάτων, επαρχιακών εξόδων καφτανίων, καρφοπετάλλων και άλλων εκτάκτων. Ενώ δε ούτο βαρείς καθ’ εαυτούς ήσαν οί επιβληθέντες φόροι, έτι βαρυτέρους και αφορήτους καθίστα ο τρόπος της εισπράξεως και η δυναστεία των αποσταλλομένων πρός τούτο υπαλλήλωνη εκμισθωτών. Φόρος ωσαύτως ετίθετο απί των ραγιάδων (υπόδουλος-τουρκ.raya) εκείνων οίτινες έτρεφον μακράν κόμην». Από το τελευταίο αυτό, έμεινε παροιμιώδης η φράση: «πλήρωσε τα μαλλιά της κεφαλής του».

Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα


Η φράση προέρχεται από τον αισώπειο μύθο «Ανήρ Κομπαστής», σύμφωνα με τον οποίο, κάποιος αθλητής είχε πάει γιά αγώνες στη Ρόδο κι όταν επέστρεψε στην Αθήνα, κόμπαζε στους φίλους του, ότι είχε πηδήξει πάρα πολλά μέτρα, κανείς όμως δεν τον πίστευε, μιας και όλοι ξέρανε τις περιορισμένες δυνατότητες του αθλητή.Καθώς εκείνος επέμενε, προκαλώντας τους να πάνε στη Ρόδο να ρωτήσουν τους θεατές που είδαν το κατόρθωμά του, ένας από τους φίλους του πήγε στο σκάμμα και με το χέρι έγραψε πάνω στην άμμο τη λέξη Ρόδος. Μετά γύρισε προς τον καυχησιάρη αθλητή και του είπε: «Γιατί να πάμε στην Ρόδο; Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.». Οπότε και ο αθλητής... αναγκάστηκε να αλλάξει γειτονιά.

Τον κόλλησε στον τοίχο


Κάποτε, στον καιρό του Ρωμανού του Διογένη, ένας από τους στρατηγούς του, ο Ιωάννης Δημαράς, βγήκε μια νύχτα στους δρόμους του Βυζαντίου μαζί με τη συντροφιά του και όσους διαβάτες έβλεπε μπροστά του, τους έπιανε μαζί με την παρέα του και τους κολλούσε στον τοίχο μ` ένα είδος ρετσινιού και πίσσας, που υπήρχαν σε κάθε γωνιά, για να φωτίζονται οι δρόμοι. Το... αστείο αυτό έκανε τόση εντύπωση την επόμενη το πρωί, ώστε από εκείνη την ημέρα όλοι οι άρχοντες της Κωνσταντινούπολης, έβγαιναν σχεδόν κάθε νύχτα στους δρόμους, για να βρουν κανέναν αργοπορημένο και να τον κολλήσουν στον τοίχο. Από τότε, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση «τον κόλλησε στον τοίχο», που τη λέμε συνήθως, όχι μονάχα όταν ένα άτομο αδικεί ένα άλλο, αλλά κι όταν ακόμη βάζουμε κάποιον αναιδή στη θέση που του αξίζει.

Κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα


Στα 1830, σ' ένα χωριουδάκι της Κυνουρίας, στο Άστρος, παρουσιάστηκε ένας περίεργος άνθρωπος, που άρχισε να διαδίδει επίμονα ότι ήταν ο... Άγιος Παντελεήμονας, που ήρθε να σώσει τον κόσμο από τις διάφορες αρρώστιες, που τον μάστιζαν. Όπως ξέρουμε όλοι μας σχεδόν, ο πραγματικός Άγιος Παντελεήμονας είναι ο προστάτης των ανάπηρων και οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι γιατρεύει, εκτός από τις άλλες παθήσεις και τις παραμορφώσεις του σώματος, καθώς και τους τυφλούς. Ο άγνωστος, ωστόσο, του Άστρους δεν έκανε το παραμικρό θαύμα. Επειδή, όμως, δεν ενοχλούσε κανέναν με την παρουσία, τον άφηναν να λέει ό,τι θέλει. Παρ όλ' αυτά, η φήμη πως στο όμορφο χωριό της Κυνουρίας παρουσιάστηκε ο Άγιος Παντελεήμονας, απλώθηκε γρήγορα σε όλη την τότε Ελλάδα. Όπως ήταν επόμενο, όσοι έπασχαν από τα μάτια τους, τ’ αφτιά τους, τα πόδια τους και από ένα σωρό άλλες ασθένειες, παράτησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ξεκίνησαν να πάνε στο Άστρος, με την ελπίδα ότι θα γίνουν καλά. Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί οι ανάπηροι, ώστε από τα διάφορα χωριά που περνούσαν, έλεγαν οι άλλοι που τους έβλεπαν: «Κουτσοί, στραβοί, στον Άγιο Παντελεήμονα».

Του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι


Όλοι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, διατηρούσαν στα παλάτια τους νάνους, για να τους διασκεδάζουν στα συμπόσια τους. Οι «τζουτζέδες» αυτοί -όπως τους έλεγαν- ήταν σχεδόν παντοδύναμοι και μπορούσαν να καταδικάσουν σε θάνατο ή ν' ανεβάσουν στα ψηλότερα αξιώματα, όποιον ήθελαν: Οι αυτοκράτορες τους είχαν φοβερή αδυναμία και ποτέ δεν τους χαλούσαν το χατίρι, σε καμιά περίπτωση. Τους είχαν, ακόμη, ως μυστικοσυμβούλους και κατάσκοπους. Μόνον όταν έπεφταν σε βαρύ παράπτωμα τρεις φορές, τιμωρούνταν κι αυτοί με μια περίεργη τιμωρία. Τους έβαζαν τα δυο πόδια μέσα στο ίδιο υπόδημα και τους άφηναν να κυκλοφορούν, χοροπηδώντας. Η τιμωρία αυτή κρατούσε από τέσσερις μέχρι έξι μήνες. Στο τέλος, ο νάνος δεν μπορούσε να κρατήσει περισσότερο το αφάνταστο αυτό μαρτύριο και έπεφτε στα πόδια του αυτοκράτορα, για να του ζητήσει έλεος. Έτσι, έμεινε η φράση: «Μου έβαλε ή του έβαλε τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι».  

Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς"


Η φράση αποδίδεται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος την απηύθυνε στον παπα-Λευτέρη, έναν κληρικό που είχε απαρνηθεί τα κληρικά του καθήκοντα για να αφιερωθεί στον αγώνα της απελευθέρωσης. Ήταν ένα βράδυ που ο παπα-Λευτέρης, σύμφωνα με την ιστορία, έφτασε αργά και λαχανιασμένος στο προκαθορισμένο σημείο απ’ όπου θα ξεκινούσαν οι συναγωνιστές του για να στήσουν ενέδρα. Όταν ο Κολοκοτρώνης τον ρώτησε γιατί άργησε, εκείνος του απάντησε ότι καθώς περνούσε από το χωριό είδε τη «χήρα του κακομοίρη του Θανάση που σκοτώθηκε» να προσπαθεί να ζευγαρίσει το χωράφι της, τη λυπήθηκε και κάθισε να τη βοηθήσει. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε «ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς θα είσαι», πριν δώσει εντολή να ξεκινήσουν.

Κάνει την πάπια


Στη βυζαντινή εποχή, αυτός που κρατούσε τα κλειδιά του παλατιού -ο κλειδοκράτορας δηλαδή- ονομάζονταν Παπίας. «Ο Παπίας με τα του Εταιριάρχου αυτοπροσώπως ήνοιγον και έκλειον απάσας τάς εις το παλάτιον εισόδους». Τώρα για ποιο λόγο τον έλεγαν έτσι, παραμένει άγνωστο. Ωστόσο με τον καιρό, το όνομα αυτό έγινε τιμητικός τίτλος, που δινόταν σε διάφορους έμπιστους αυλικούς. Ο Πάπιας είχε το δικαίωμα να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον αυτοκράτορα, να κουβεντιάζει μαζί του και να διασκεδάζει στα συμπόσια του. Κάποτε -όταν αυτοκράτορας ήταν ο Βασίλειος Β'- Παπίας του παλατιού έγινε ο Ιωάννης Χανδρινός, άνθρωπος με σκληρά αισθήματα, ύπουλος και ψεύτης. Από τη στιγμή που ανέλαβε καθήκοντα κλειδοκράτορα, άρχισε να διαβάλει τους πάντες -ακόμη και τον αδελφό του Συμεώνα, στον αυτοκράτορα. Έτσι, κατάντησε να γίνει το φόβητρο όλων. Όταν κανείς του παραπονιόταν πως τον αδίκησε, ο Χανδρινός προσποιούταν τον έκπληκτο και τα μάτια του ...βούρκωναν υποκριτικά. - «Είσαι ο καλύτερος μου φίλος, του έλεγε. Πώς μπορούσα να πω εναντίον σου στον αυτοκράτορα;». Η διπροσωπία του αυτή έμεινε κλασική στο Βυζάντιο. Γι' αυτό, από τότε, όταν κανείς πιανόταν να λέει κανένα ψέμα στη συντροφιά του ή να προσποιείται τον ανήξερο, οι φίλοι του του έλεγαν ειρωνικά: «Ποιείς τον Παπίαν»... Φράση που έμεινε ως τα χρόνια μας με μια μικρή παραλλαγή.

Καβάλησε το καλάμι


Ο Αγησίλαος αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά του. Λέγεται ότι, όταν αυτά ήταν μικρά, έπαιζε μαζί τους μέσα στο σπίτι, καβαλώντας, σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως, τον είδε ένας φίλος του σ` αυτή τη στάση. Ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην κάνει λόγο σε κανέναν, πριν γίνει κι αυτός πατέρας και νιώσει τι θα πει να παίζεις με τα παιδιά σου. Αλλά εκείνος δεν κράτησε το λόγο του και το είπε και σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά - σιγά ο λόγος σε όλους και να φτάσει στις μέρες μας και το λέμε, όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα. Βέβαια, στην πάροδο των χρόνων άλλαξε η ερμηνεία του. Αυτό συμβαίνει και σε πάρα πολλές άλλες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Πράσινα Άλογα


Η έκφραση …και πράσινα άλογα, είναι πολύ συνηθισμένη. Πολλοί αναρωτιούνται για την προέλευσή της, που δεν είναι φανερή στα μάτια τους. Μία άποψη είναι ότι προέρχεται από τις αρχαίες λέξεις «Πράσσειν άλογα» είναι αρχαία (πράσσειν = πράττω, άλογο = μη λογικό). Η άλλη άποψη είναι το κυριολεκτικό πράσινο άλογο που δηλώνει το ανύπαρκτο. Παρόμοιες εκφράσεις με ‘πράσινα άλογα’ υπάρχουν και σε άλλες γλώσσες. Ο Πολίτης μας δίνει μερικές πολύτιμες πληροφορίες. Η πρώτη είναι ότι παρόμοια παροιμία απαντά και σε άλλες γλώσσες και δίνει μια ρουμάνικη-μολδαβική ανάλογη: A umbla dupa cai verdji = Γυρίζει για πράσινα άλογα. Ίσως συχνότερη είναι η συναφής παροιμία a vedea cai verzi pe pereti, που θα πει κατά λέξη βλέπω πράσινα άλογα πάνω σε τοίχους, και που σημαίνει «φαντάζομαι αδύνατα πράγματα».

F.U.C.K.



Φημολογείται πως η λέξη fuck προέρχεται από αρχικά την εποχή που η Σκοτία ήταν υπό Αγγλική κατοχή και ίσχυε η "πρώτη νύχτα" όπου όταν παντρευόταν κάποιος Σκοτσέζος, ο Άγγλος ευγενής της περιοχής είχε το δικαίωμα να πάει με τη γυναίκα του την πρώτη νύχτα του γάμου ώστε να γεννιούνται ολοένα και περισσότεροι αγγλοαίματοι. Στην πόρτα του ζευγαριού κολλούσαν ένα χαρτί που έγραφε: Fornication Under the Consultancy of the King. Μία άλλη ερμηνεία ήταν ότι τα παντρεμένα ζευγάρια της Αγγλίας, έπαιρναν την συγκατάθεση του Βασιλιά, για να έχουν ερωτικές επαφές.

Της πουτάνας το κάγκελο


Προέρχεται από τη γερμανική κατοχή. Οι γερμανοί "τοποθετούσαν" τις ιερόδουλες μπροστά από ένα κάγκελο με αριθμημένα τα κενά ανάμεσα στις σιδεριές, για να επιλέξει ο καθένας αυτή που ήθελε. Αλλά επειδή οι μεν δεν ήξεραν τη γλώσσα των δε, γινόταν μεγάλο μπέρδεμα, της πουτάνας το κάγκελο δηλαδή...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου