a.readmore { /* CSS properties go here */ }

Επώνυμες μάρκες εώς -80%

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Παροιμιώδεις εκφράσεις και η ερμηνία τους Γ' μέρος

Οι παροιμίες και οι φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά, έχουν μια μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία πίσω τους. Ας δούμε λοιπόν την ιστορία μερικών από αυτές.

Καβάλησε το καλάμι


Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα. Πάντως οι Σπαρτιάτες την έλεγαν, για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Και να η ιστορία: Ο Αγησίλαος αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά του. Λέγεται ότι, όταν αυτά ήταν μικρά, έπαιζε μαζί τους μέσα στο σπίτι, καβαλώντας, σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως, τον είδε ένας φίλος του σ’ αυτή τη στάση. Ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην κάνει λόγο σε κανέναν, πριν γίνει κι αυτός πατέρας και νιώσει τι θα πει να παίζεις με τα παιδιά σου. Αλλά εκείνος δεν κράτησε το λόγο του και το είπε και σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά ο λόγος σε όλους και να φτάσει στις μέρες μας και το λέμε, όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα. Βέβαια, στην πάροδο των χρόνων άλλαξε η ερμηνεία του. Αυτό συμβαίνει και σε πάρα πολλές άλλες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά


Οι Βυζαντινοί ήταν άφθαστοι να εφευρίσκουν πρωτότυπες τιμωρίες. Όταν έπιαναν κάποιον να κρυφακούει, του έριχναν ζεματιστό λάδι στ’ αφτιά και τον κούφαιναν. Για τους «ωτακουστές» -όπως τους έλεγαν τότε αυτούς- ο αυτοκράτορας Ιουλιανός αισθανόταν φοβερή απέχθεια. Μπορούσε να συγχωρέσει έναν προδότη, αλλ’ ένα «ωτακουστή» ποτέ. Ο ίδιος έγραψε έναν ειδικό νόμο γι’ αυτούς, ζητώντας να τιμωρούνται με μαρτυρικό θάνατο. Μα όταν τον έστειλε στη Σύγκλητο, για να τον εγκρίνει, εκείνη τον απέρριψε, γιατί θεώρησε ότι το αμάρτημα του «ωτακουστή» δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Είπαν δηλαδή -οι Συγκλητικοί- ότι η περιέργεια είναι φυσική στον άνθρωπο και ότι αυτός που κρυφακούει, είναι, απλώς, περίεργος. Μπορεί να κάνει την κακή αυτή πράξη, αλλά χωρίς να το θέλει. Έτσι βρήκαν την ευκαιρία να καταργήσουν και το καυτό λάδι και ζήτησαν να τους επιβάλλεται μικρότερη ποινή. Ο Ιουλιανός θύμωσε, μα παραδέχτηκε να αλλάξουν το σύστημα της τιμωρίας με κάτι άλλο που, ενώ στην αρχή φάνηκε αστείο, όταν μπήκε σε εφαρμογή, αποδείχθηκε πως ήταν αφάνταστα τρομερό. Έβαζαν δηλαδή στ’ αφτιά του ωτακουστή… ψύλλους! Τα ενοχλητικά ζωύφια, έμπαιναν βαθιά στο λαβύρινθο του αφτιού κι άρχιζαν να χοροπηδούν, προσπαθώντας να βρουν την έξοδο. Φυσικά, ο δυστυχισμένος που δοκίμαζε αυτή την τιμωρία, έφτανε πολλές φορές να τρελαθεί. Από τότε, ωστόσο, έμεινε η φράση: «του μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά».

Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας


Ξέχωρα από τον άνθρωπο, ο λαγός έχει και έναν άλλον εχθρό, την κουκουβάγια. Και οι διαφορές τους είναι ενοικιοστασιακές. Η κουκουβάγια φτιάχνει τη φωλιά της συνήθως στα χαλάσματα των σπιτιών, ανάμεσα σε λιθιές, σε ακατοίκητα καλύβια. Όταν, όμως, ζει στο δάσος, σπίτια δεν υπάρχουν κι έτσι δε διστάζει να κάνει με το ζόρι έξωση στο λαγό. Σταμπάρει τη φωλιά του λαγού και σε κατάλληλη ευκαιρία ορμάει, σκοτώνει το λαγουδάκι ή τα λαγουδάκια με το ράμφος και τα νύχια της και κάθεται αυτή στο έτοιμο σπίτι. Όταν οι κυνηγοί, όμως, φτάσουν ακολουθώντας τ’ αχνάρια του λαγού ή με τη βοήθεια του σκυλιού τους, μπροστά στη φωλιά του λαγού, τότε αντικρίζουν στη «μπούκα» δυο πελώρια γυαλιστερά μάτια, τα μάτια όχι του λαγού, αλλά της κουκουβάγιας. Αυτό που κάνει όμως, η κουκουβάγια στο λαγό, φαίνεται ότι το κάνει και ο κούκος στην κουκουβάγια. Λέγεται ότι «o κούκος μέλλων να γεννήση τα ωά του, διευθύνει με ταχυτάτην πτήσιν εις φωλεάν γλαυκός, ήτις, τυφλώττουσα προς το ημερινόν ηλιακόν φως, γίνεται περίφοβος εις την αιφνιδίαν προσβολήν του κούκου και παραχωρεί την φωλεάν της. Τότε ο κούκος κυλίων και εκβάλλων εν των ωών εκείνης, γεννά και αντικαθίστησι τα ιδικά του. Ή γλαύξ μετά την επιστροφήν αυτής επωάζει αυτά, ο δε κούκος με την αυτήν ταχύτητα διώκει την γλαύκα εκάστοτε και τρέφει τα νεογνά του, μέχρις ου πτερυγίσωσι και τον ακολουθήσωσιν». Γι’ αυτό και οι αρχαίοι είχαν μια σχετική παροιμία: «Άλλο γλαύξ, άλλο κορώνη φθέγγεται». Καθώς , επίσης, και αυτή που μεταχειρίζονται ακόμη σε πολλά μέρη της πατρίδας μας: «Άλλο το κούμπαλο κι άλλο το δαμάσκηνο»

Αναγκαίον κακό


Τη φράση αυτή τη βρίσκουμε για πρώτη φορά σ’ ένα στίχο του Μένανδρου (342-291 π.Χ.),που μιλάει για το γάμο. Ο ποιητής γράφει ότι ο γάμος «…εάν τις την Αλήθειαν σκοπή, κακόν μεν εστίν, άλλ’ αναγκαίον κακόν». Δηλαδή: Εάν θέλουμε να το εξετάσουμε στο φως της αλήθειας, ο γάμος είναι μεν ένα κακό, αλλά «αναγκαίον κακόν». Σ’ ένα άλλο απόσπασμα του Μένανδρου διαβάζουμε -ίσως για παρηγοριά για τα παραπάνω- την εξής περικοπή: «Πάντων ιατρός των αναγκαίων κακών χρόνος εστίν». Επίσης: «αθάνατον εστί κακόν αναγκαίον γυνή». Δηλαδή, η γυναίκα είναι το αιώνιο αναγκαίο κακό.

Καλή σταδιοδρομία


Αυτή η φράση έχει την προέλευσή της από το δρόμο του ενός Σταδίου των αρχαίων στην Ολυμπία, εκεί που γινόντουσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Φτου κι απ’ την αρχή


Όταν, στα βυζαντινά χρόνια, τελείωναν τα παιδιά την καλλιγαφία τους, έδιναν στο δάσκαλο την πλάκα, για να τη διορθώσει. Μετά τη διόρθωση ο δάσκαλος ζητούσε από τα παιδιά να την ξαναγράψουν. Επειδή πολλές φορές δεν είχαν σφουγγάρι, έσβηναν την πλάκα με τα δάχτυλα, αφού προηγουμένως τα έφτυναν. Από τότε επικράτησε η φράση: «Φτου κι απ’ την αρχή».

Είναι τύπος και υπογραμμός


Επειδή οι Βυζαντινοί έδιναν μεγάλη σημασία στην καλλιγραφία, ο δάσκαλος έγραφε τον υπογραμμό, δηλαδή μια λέξη ή μια σειρά με καλλιγραφικά γράμματα. Τα παιδιά έπειτα προσπαθούσαν να μιμηθούν τα γράμματα του δασκάλου. Από την προσπάθεια αυτή των μαθητών, δηλαδή να μιμηθούν τον υπογραμμό, έμεινε μέχρι τις μέρες μας η φράση: «Είναι τύπος και υπογραμμός», που σημαίνει αυτό που αξίζει κανείς να μιμηθεί.

Τρώει τα νύχια του για καβγά


Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο. Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατζουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, πράγμα, βέβαια, δυσκολότατο, γιατί τα νύχια των δυστυχισμένων σκλάβων, που έμεναν συνέχεια μέσα στα κάτεργα, ήταν τεράστια και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν. Γι' αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρώει τα νύχια του για καβγά».

Με το νι και με το σίγμα


Παλαιότερα, όταν τα παιδιά μάθαιναν υποκοριστικά, ο δάσκαλος τους έλεγε ότι η αρχική τους κατάληξη ήταν σε -ιο και ότι στα μεσαιωνικά χρόνια ήταν σε ιον και ιν, για να καταλήξει στο τέλος το απλό ι . Π.χ. παιδίον, παιδίν, παιδί. Επίσης, ότι ο τύπος των θηλυκών τριτόκλιτων ήταν σε -ις και κατέληξε να φύγει το τελικό -ς. Π.χ. πόλις, πόλι. Όταν στους τελευταίους αιώνες άρχισαν να γράφουν το χέρι, το πόδι, χωρίς το --ν και η πίστι, η πόλι. Χωρίς το -ς, οι τύποι που είχαν το νι και το σίγμα θεωρούνταν οι πιο σωστοί και οι κομψότεροι. Γι’ αυτό όποιος μιλούσε με το νι και με το σίγμα, μιλούσε σωστά και τέλεια. Απ’ αυτό, λοιπόν, βγήκε η φράση «του τα είπα με το νι και με το σίγμα». 

Έφαγα Χυλόπιτα


Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα.

Σαρδάμ


Σαρδάμ είναι το μπέρδεμα των συλλαβών, κατά την ώρα που μιλούν οι ηθοποιοί, οι εκφωνητές του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης αλλά και κάθε ομιλητής. Η λέξη δεν έχει ετυμολογική ρίζα, αλλά προέρχεται από τον αναγραμματισμό του επίθετου Μαδράς. Ο Αχιλλέας Μαδράς, ηθοποιός - σκηνοθέτης, γεννήθηκε το 1875 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν ο πρώτος που γύρισε ελληνική κινηματογραφική ταινία. Επειδή έκανε πολλά μπερδέματα την ώρα που έπαιζε, σκέφτηκε να τα ονοματίσει. Έτσι αναγραμμάτισε το επώνυμό του και μας έδωσε μία καινούρια λέξη, την καλλιτεχνική λέξη "Σαρδάμ".

Τσόντα


Στον κινηματογράφο "ΝΑΝΑ" της οδού Βουλιαγμένης το 1973 έβαζαν κομμάτια πορνογραφικού περιεχομένου ανάμεσα στις κανονικές ταινίες. Οι αστυνομικοί του τμήματος ηθών και λεσχών τους έπιασαν, και το ονόμασαν "τσόντα". Έκτοτε η λέξη καθιερώθηκε.

Ο κερατάς


Κάποτε ήταν ένας ναυτικός και για να προστατευθεί από την απιστία της γυναίκας του κατά την διάρκεια της απουσίας του, παρήγγειλε να του φτιάξουν μία ζώνη αγνότητας, που είχε χαρακτηριστικό σχέδιο τα κέρατα μίας ελαφίνας. Ένας σιδεράς κατέστρεψε την ζώνη, πήγε με την γυναίκα του ναυτικού και έφτιαξε μετά μία παρόμοια ζώνη. Μόνο που σε αυτήν έβαλε τα κέρατα του αρσενικού ελαφιού, οπότε από εκεί καθιερώθηκε η φράση ο κερατάς.
Μία άλλη ερμηνεία έχει να κάνει με το μέρος που πήγαιναν τα παράνομα ζευγάρια. Επειδή δεν έβρισκαν κατάλυμα, πήγαιναν σε μαντριά και χρέωναν την χρήση τους, όσο κόστιζε ένας τράγος. Όποιος δεν πλήρωνε, ο τσοπάνης, έσφαζε έναν τράγο και τον έστελνε στο σπίτι του απατημένου.



Διαβάστε το Β' μέρος ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου