a.readmore { /* CSS properties go here */ }

Επώνυμες μάρκες εώς -80%

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Τρεις Κροίσοι σε (τουλάχιστον) ύποπτες business


Μπορεί ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, σύμφωνα με το Fortune, να είναι ο μεξικανός Κάρλος Σλιμ, με 67,8 δισ. δολάρια, αλλά δεν μετράει «μία» μπροστά στον πλουσιότερο όλων των εποχών, Τζον Ροκφέλερ, η περιουσία του οποίου ξεπερνούσε τα 200 δισ. δολάρια.

Όμως υπάρχουν και επιχειρηματικοί μεγιστάνες, η περιουσία των οποίων είναι αρκετά …δύσκολο να αποτιμηθεί επίσημα, καθώς προέρχεται από παράνομες, παράτυπες ή τέλος πάντων αμφιβόλου ηθικής δραστηριότητες που δύσκολα αποτυπώνονται με τους κλασσικούς οικονομικούς όρους.

Τρεις τέτοιες περιπτώσεις, με σημαντικές διαφορές, αλλά και καταφανείς ομοιότητες είναι ο Πάμπλο Εσκομπάρ, ο Χιου Χέφνερ και ο Σουχάρτο.

Πάμπλο Εσκομπάρ, ο... εξαγωγέας


Ο Πάμπλο Εμίλιο Εσκομπάρ, γνωστός ως ο «γιατρός», έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους μεγαλύτερους «βαρώνους» των κολομβιανών καρτέλ κοκαΐνης.

Από τα πρώτα παιδικά χρόνια μπήκε στην παρανομία, κλέβοντας τάφους και πουλώντας τα λάφυρα σε λαθρεμπόρους στον Παναμά, ενώ απέκτησε όνομα στην εφηβεία από τις κλοπές αυτοκινήτων και άλλες παρανομίες.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 διείσδυσε στις ιδιαίτερα κερδοφόρες «εξαγωγές» κοκαΐνης στις ΗΠΑ. Η φιλοδοξία του και η αγριότητά του τον έκαναν έναν από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους παρανόμους όλων των εποχών.

Ο Εσκομπάρ συνεργάστηκε με πέντε ή έξι «βαρώνους» από την περιοχή του Μέντελιν, δημιουργώντας έτσι το περιβόητο ομώνυμο καρτέλ. Η βασική τους δραστηριότητα ήταν η αγορά τεράστιων όγκων ακατέργαστης κόκας στη Βολιβία και το Περού, η επεξεργασία της στην Κολομβία και η διοχέτευσή της στην τεράστια αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στο ζενίθ των επιχειρήσεών του, μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, ο Εσκομπάρ κατάφερε να ελέγχει το 80% του εμπορίου κοκαΐνης προς τις ΗΠΑ, κάτι που τον κατέστησε τον έβδομο πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο, σύμφωνα με τα περιοδικά Fortune και Forbes.


Ο Εσκομπάρ ίδρυσε νόμιμες εταιρίες και χρησιμοποίησε δισεκατομμύρια δολάρια για να δολοφονήσει ή να δωροδοκήσει τους εχθρούς του και να αναλάβει έτσι τα «ηνία» της ευρύτερης περιοχής. Στο απόγειο της καριέρας του, ο ίδιος και ο αδελφός του, Ρομπέρτο, είχαν τραπεζικό λογαριασμό 24 δισ. δολαρίων ενώ από τις «εξαγωγές» στις ΗΠΑ αποκόμιζε περί τα 30 δισ. δολάρια ετησίως.

Η άνοδός του, σύμφωνα με εκτιμήσεις των βιογράφων του, κόστισε μεταξύ άλλων τις ζωές τριών υποψήφιων για την Προεδρία της Κολομβίας, ενός γενικού εισαγγελέα, ενός υπουργού δικαιοσύνης, περισσότερων από 200 δικαστών, δεκάδων δημοσιογράφων και περισσότερων από 1.000 αστυνομικών.

Η πολιτική του Εσκομπάρ στην αντιμετώπιση του δημοσίου και το νόμο ήταν άκρως αποτελεσματική και συνοψίζεται στην αγαπημένη του φράση "plata o plomo", που στην Κολομβιανή αργκό σημαίνει «χρήμα ή σφαίρες».
 
Στα τελευταία του χρόνια, ο Εσκομπάρ φέρεται να αποσύρθηκε από το εμπόριο ναρκωτικών, αρκούμενος στο να λαμβάνει απλώς «φόρο» από την επόμενη γενιά εμπόρων, η οποία πάτησε στα βήματά του και χρησιμοποίησε τις επαφές του στις ΗΠΑ.

Η κυριαρχία του Εσκομπάρ μεταξύ των υπόλοιπων Κολομβιανών εμπόρων οφείλεται κυρίως στα προσωπικά του χαρακτηριστικά, όπως η σκληρότητα, σε συνδυασμό με τις ισχυρές επαφές του στις ΗΠΑ και τη σωστή αξιοποίηση των ναρκοδολλαρίων.

Ο Εσκομπάρ επένδυσε τα κέρδη του κυρίως στο real estate και σε νόμιμες επιχειρήσεις, ενώ κέρδισε δημοτικότητα σε σχέση με τους διεφθαρμένους πολιτικούς της χώρας από τη φιλανθρωπική του δράση και τη χρηματοδότηση ποδοσφαιρικών ομάδων, όπως της Atletico National.

Ο Εσκομπάρ καλλιέργησε την εικόνα του «Ρομπέν των Δασών» στο Μέντελιν, δίνοντας μέρος των κολοσσιαίων κερδών του στους φτωχούς και χρηματοδοτώντας τη δημιουργία νοσοκομείων, εκκλησιών και γηπέδων ποδοσφαίρου.

Χιου Χέφνερ, ο πονηρός


Ο Χιου Χέφνερ ή Χεφ, όπως θέλει να αποκαλείται, είναι ο ιδρυτής και μεγαλομέτοχος της Playboy Enterprises.

Παρά τις σπουδές του στην ψυχολογία, από τα χρόνια του στο πανεπιστήμιο είχε γίνει φανερό ότι τον είχε κερδίσει η βιομηχανία των «πονηρών» εκδόσεων. Η πανεπιστημιακή εργασία του είχε αντικείμενο την αμερικανική νομοθεσία περί σεξουαλικότητας ενώ από μικρός εργαζόταν στο περιοδικό Shaft.

Μετά την αποφοίτησή του, εργάστηκε στο Esquire από όπου αποχώρησε το 1952 επειδή του αρνήθηκαν αύξηση ύψους 5 δολαρίων. Με αρχικό κεφάλαιο 8.000 δολαρίων που είχε συγκεντρώσει από 45 επενδυτές -μεταξύ των οποίων και η μητέρα του- ξεκίνησε την έκδοση του Playboy.

Οι αντιπουριτανιστικές αντιλήψεις του περιοδικού και οι γυμνές φωτογραφίες ήταν πρωτοποριακές στις ΗΠΑ της δεκαετίας του ‘50, όπου κυριαρχούσε η έντονη λογοκρισία και οι ισχυρές θρησκευτικές οργανώσεις, οι οποίες πάλεψαν την έκδοσή του εξ’ αρχής. Ωστόσο, ο αντρικός πληθυσμός, στον οποίο απευθυνόταν, το λάτρεψε.

Το πρώτο τεύχος του Playboy, στο οποίο φιγουράρουν οι διάσημες πλέον φωτογραφίες της Μέριλιν Μονρόε, δημιουργήθηκε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου σε ένα τραπέζι κουζίνας στο διαμέρισμά του. Πούλησε πάνω από 50.000 φύλλα, δίνοντας στον Χέφνερ τα εφόδια να χρηματοδοτήσει το επόμενο.

Τον Ιούνιο του 1963, ο Χέφνερ συνελήφθη για «πώληση αισχρογραφιών», μετά την δημοσίευση γυμνών φωτογραφιών της Τζέιν Μάνσφιλντ, αλλά οι ισχυρές του πολιτικές διασυνδέσεις απέτρεψαν την αναστολή της έκδοσης.

Οι ισχυροί δεσμοί του Χεφ με το Δημοκρατικό Κόμμα, που χτίστηκαν μέσω τεράστιων χορηγιών, εξασφάλιζαν πάντοτε την ανοχή των αρχών. Μάλιστα, στις επανειλημμένες εισβολές της αμερικανικής ομοσπονδιακής αστυνομίας στις βίλες του στο Σικάγο και το Μπέβερλι Χιλς, μετά από καταγγελίες για πάρτι με ναρκωτικά, ο ίδιος τόνιζε ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να τον φιμώσει λόγω της φιλοσοφίας που προάγει το Playboy και των συνεχών αιτημάτων του για πιο φιλελεύθερη νομοθεσία στο θέμα των ναρκωτικών.

Η μεγάλη αγάπη του Χεφ ήταν και είναι οι γυναίκες και, μετά την αρχική αφοσίωση στο περιοδικό, άρχισε να απολαμβάνει τον τρόπο ζωής που προωθούσε, με εβδομαδιαία πάρτι στα γραφεία του Playboy και μετέπειτα στις διάσημες βίλες του.

Λέγεται ότι η Playmate κάθε μήνα περνούσε από τα χέρια του Χέφνερ και τη βαθμολογούσε με ανάλογα αστεράκια στο γράμμα P στο εξώφυλλο.

Πλέον, πάνω στο Playboy έχει χτιστεί μια ολόκληρη αυτοκρατορία, με ξενοδοχεία, καζίνο, κλαμπ, ένα πρακτορείο μοντέλων και μια υπηρεσία λιμουζινών. Το λογότυπο με το λαγουδάκι είναι τόσο γνωστό, που ένα είδος λαγού, το Sylvilagus palustris hefneri, έχει πάρει το όνομα του Χεφ.


Ο Χέφνερ, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του «τον πιο τυχερό άνθρωπο στη γη» στην ηλικία των 80 συνεχίζει να ζει με τρεις γυναίκες, πρώην playmates, στην περίφημη βίλα Playboy Mansion.

Σουχάρτο, ο πολιτικός


Η στρατηγική του Ινδονήσιου ηγέτη Σουχάρτο συνοψίζεται στη φράση «Γίνε Πρόεδρος της χώρας και μετά τη λεηλατείς νόμιμα».

Στην εξουσία ανέβηκε το 1967, εκθρονίζοντας με πολιτικές πιέσεις και εξωγενείς παρεμβάσεις τον πρώτο πρόεδρο της χώρας, Σουκάρνο. Έμεινε στην Προεδρία της Ινδονησίας από το 1967 έως το 1998, με τη διακυβέρνησή του να μένει στην ιστορία ως ένα από τα σκληρότερα στρατιωτικά καθεστώτα, με μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων, με την ανοχή και αρωγή των διεθνών οργανισμών, υπό το φόβο του κομμουνισμού.

Όταν ανέβηκε στην εξουσία, καθιέρωσε τη λεγόμενη Νέα Τάξη, απαγορεύοντας τη λειτουργία του Κομμουνιστικού Κόμματος της χώρας και γεμίζοντας το κοινοβούλιο με έμπιστα στελέχη, εξοντώνοντας τα εργατικά συνδικάτα και θεσπίζοντας λογοκρισία στον Τύπο.

Σε διεθνές επίπεδο, ο Σουχάρτο βελτίωσε τις σχέσεις της Ινδονησίας με τα κράτη της Δύσης και έθεσε τέλος στις φιλικές σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

Για να διατηρήσει την τάξη, διεύρυνε τις κρατικές εξουσίες αυξάνοντας τη φορολογία, ενώ οργάνωσε νέες μυστικές υπηρεσίες για την αντιμετώπιση των κινδύνων του καθεστώτος.


Στα οικονομικά ζητήματα, βασίστηκε σε μια ομάδα οικονομολόγων με εκπαίδευση σε αμερικανικά πανεπιστήμια, που έγινε γνωστή ως «η Μαφία του Μπέρκελεϊ». Η ομάδα αυτή οργάνωσε την ιδιωτικοποίηση των φυσικών πηγών της χώρας και την αξιοποίησή τους από ξένες πολυεθνικές, πέρασε νομοθεσία ευνοϊκή για τις επιχειρήσεις και εξασφάλισε μια σειρά δανείων για υποδομές από την Παγκόσμια Τράπεζα και ιδιωτικά ιδρύματα.

Ωστόσο, όντας πρακτικά ανεξέλεγκτα, με τα στελέχη του Σουχάρτο να ενεργούν ως μεσάζοντες μεταξύ της κυβέρνησης και των ξένων επιχειρήσεων, στη χώρα κυριάρχησαν οι πρακτικές της δωροδοκίας, με τα κέρδη να καταλήγουν σε οργανισμούς που ελέγχονταν από την οικογένεια του δικτάτορα.

Η παραμονή του στα ηνία της χώρας τερματίστηκε βίαια το 1998, καθώς η εκλογική διαδικασία, στην οποία κατέβαινε χωρίς αντίπαλο για έβδομη φορά, εν μέσω της ασιατικές κρίσης, πυροδότησε έντονες ταραχές που έμειναν γνωστές ως η Ινδονησιακή Επανάσταση του 1998.

Αμέσως μετά την πτώση του, η μυστική περιουσία του Σουχάρτο άρχισε σταδιακά να δημοσιοποιείται. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης της χώρας να δικαστεί για διαφθορά και υπεξαίρεση δεν έχουν οδηγήσει σε αποτέλεσμα, λόγω της φθίνουσας κατάστασης της υγείας του.


Το Μάιο του 1999, μια εκτίμηση της οικογενειακής περιουσίας του Σουχάρτο από τους Times την αποτίμησε στα 15 δισ. δολάρια σε ρευστό, μετοχές, real estate και έργα τέχνης ενώ υπάρχουν λογαριασμοί του στην Ελβετία και στην Αυστρία που δεν έχουν ακόμη ανοιχτεί.

Η οικογένειά του φέρεται να ελέγχει περίπου 36 εκατομμύρια στρέμματα γης στην Ινδονησία, μεταξύ των οποίων 100 στρέμματα στην πρωτεύουσα Τζακάρτα και το 40% της γης του Ανατολικού Τιμόρ.

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης παραμονής του στην εξουσία, έχει υπολογιστεί ότι από τα χέρια της οικογένειας πέρασαν περίπου 73 δισ. δολάρια.



Πηγή: Γιώργος Φλώκας  in2life.grin2life.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου